Η υψηλή χονδρική τιμή ρεύματος στην Ελλάδα: πώς καθορίζεται, γιατί παραμένει υψηλή και ποιες νόμιμες αλλαγές μπορούν να τη μειώσουν
Του Μάνου Κρανίδη*
*Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO «KRAMA PROPERTY»,Γραμματέας Ενημέρωσης μέλος ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, Πρόεδρος ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικός Σύμβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
Η υψηλή χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η τιμή αυτή δεν είναι τυχαία ούτε αποκλειστικά αποτέλεσμα μόνο διεθνών κρίσεων, αλλά προκύπτει από τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού και από πολιτικές επιλογές στον σχεδιασμό της. Στην Ελλάδα, η χονδρική τιμή ρεύματος καθορίζεται στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας (HEnEx), μέσω της Αγοράς Επόμενης Ημέρας. Εκεί, παραγωγοί και προμηθευτές υποβάλλουν προσφορές για το πόση ηλεκτρική ενέργεια μπορούν να παράγουν ή χρειάζονται και σε ποια τιμή. Η αγορά λειτουργεί με το σύστημα pay-as-clear, δηλαδή όλοι οι παραγωγοί πληρώνονται στην ίδια τιμή, η οποία καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση κάθε ώρα.
Στην πράξη, αυτή η «οριακή μονάδα» είναι συνήθως μονάδα φυσικού αερίου. Παρότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τα υδροηλεκτρικά έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής, αμείβονται στην ίδια υψηλή τιμή που καθορίζει το φυσικό αέριο!! Έτσι, ένα ακριβό καύσιμο επηρεάζει δυσανάλογα ολόκληρη την αγορά, οδηγώντας σε υψηλή χονδρική τιμή και, τελικά, σε ακριβούς λογαριασμούς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η λειτουργία της αγοράς εποπτεύεται από τη ΡΑΑΕΥ, ενώ ο τεχνικός έλεγχος του συστήματος ανήκει στον ΑΔΜΗΕ. Το ισχύον μοντέλο εντάσσεται στο ευρωπαϊκό Target Model, που στόχο έχει την ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η εμπειρία έδειξε ότι σε περιόδους κρίσης το μοντέλο αυτό μεταφέρει γρήγορα τις αυξήσεις καυσίμων στους τελικούς καταναλωτές.
Η μείωση της χονδρικής τιμής μπορεί να επιτευχθεί νόμιμα, εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Μία πρώτη επιλογή είναι η αλλαγή του μηχανισμού τιμολόγησης από pay-as-clear σε pay-as-bid, ώστε κάθε μονάδα να πληρώνεται σύμφωνα με την προσφορά της. Μια δεύτερη λύση είναι η αποσύνδεση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο, μέσω ξεχωριστών αγορών ή πλαφόν στην τιμή του αερίου για ηλεκτροπαραγωγή, όπως εφαρμόστηκε στην Ισπανία. Επιπλέον, η υποχρεωτική χρήση μακροχρόνιων συμβολαίων για ΑΠΕ και μεγάλους παραγωγούς θα μείωνε την έκθεση της αγοράς στις καθημερινές διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου.
Από τέτοιες παρεμβάσεις θα κέρδιζαν κυρίως τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω χαμηλότερων λογαριασμών και μεγαλύτερης προβλεψιμότητας στο κόστος ενέργειας. Η μείωση του ενεργειακού κόστους θα είχε θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το κράτος θα ωφελούνταν επίσης, καθώς θα μειωνόταν η ανάγκη για δαπανηρές και μόνιμες επιδοτήσεις. Αντίθετα, θα έχαναν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο και όσοι επωφελούνται σήμερα από τα υψηλά οριακά έσοδα του συστήματος. Τα υπερκέρδη που προκύπτουν από το σημερινό μοντέλο θα περιορίζονταν, χωρίς όμως να τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας των μονάδων.
Σημαντικό στοιχείο είναι και η διαφάνεια. Η δημοσιοποίηση αναλυτικών στοιχείων κόστους, προσφορών και κερδών στη χονδρική αγορά θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη και θα περιόριζε πρακτικές στρατηγικής τιμολόγησης. Παράλληλα, η ενίσχυση αποθήκευσης ενέργειας θα μείωνε τις ώρες εξάρτησης από ακριβές θερμικές μονάδες και θα βελτίωνε τη σταθερότητα του συστήματος, ειδικά σε περιόδους αιχμής και ακραίων καιρικών συνθηκών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.
Συμπερασματικά, η υψηλή χονδρική τιμή ρεύματος δεν αποτελεί αναπόφευκτη πραγματικότητα. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένου μοντέλου αγοράς και μπορεί να μειωθεί με θεσμικές, απολύτως νόμιμες αλλαγές, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση. Λύσεις υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται με αποτέλεσμα επί πολλά έτη να έχουμε από τις υψηλότερες τιμές ρεύματος στην Ευρώπη!