TA NEA ΑΦΙΕΡΩΜΑ Λύσεις Τώρα για την Ενέργεια: Πώς η Ελλάδα Μπορεί να Ξεμπλοκάρει τις ΑΠΕ και να Στηρίξει Νοικοκυριά και Επιχειρήσεις

Λύσεις Τώρα για την Ενέργεια: Πώς η Ελλάδα Μπορεί να Ξεμπλοκάρει τις ΑΠΕ και να Στηρίξει Νοικοκυριά και Επιχειρήσεις

Η μαζική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στα νοικοκυρία και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποτελεί πλέον όχι απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή, αλλά μια επιτακτική ανάγκη για την ενεργειακή ασφάλεια της οικονομίας και την οικονομική επιβίωση τος. Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας και διαρκούς αύξησης των τιμών των ορυκτών καυσίμων, η στροφή προς την ανανεώσιμη ενέργεια μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστική ασπίδα προστασίας, υπο συγκεκριμένες προυπόθε΄σεις και ουσιαστικό εθνικό σχέδιο δράσης.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, δείχνει ότι η Ελλάδα κινείται με αργούς ρυθμούς. Ενδεικτικά, οι συνδέσεις μικρών φωτοβολταϊκών συστημάτων παραμένουν περιορισμένες, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περίπου 35.000 εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα – αριθμός δυσανάλογα χαμηλός σε σχέση με το δυναμικό και τις ανάγκες. Την ίδια στιγμή, το κτιριακό απόθεμα παραμένει ενεργειακά απαρχαιωμένο: λιγότερο από το 20% των κατοικιών που έχουν κατασκευαστεί πριν το 2000 έχει υποστεί ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση.

Αυτό σημαίνει ότι αρκετά εκατομμύρια ιδιοκτήτες κατοικιών εξακολουθούν να ζουν σε ενεργοβόρα ακίνητα, με υψηλό κόστος θέρμανσης και ψύξης. Το πρόβλημα επιτείνεται από τα χαμηλά εισοδήματα και την περιορισμένη αποταμίευση: ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αδυνατεί να καλύψει το αρχικό κόστος επενδύσεων, ακόμη και όταν αυτές αποσβένονται σε λίγα χρόνια, και η ενεργειακή φτώχεια διατηρείται σε ευρύ φάσμα της κοινωνίας.

Κι όμως, οι λύσεις υπάρχουν και είναι δοκιμασμένες. Τα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να μειώσουν δραστικά ή και να μηδενίσουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Οι ηλιακοί θερμοσίφωνες αποτελούν μια από τις πιο αποδοτικές επενδύσεις για την ελληνική πραγματικότητα, ενώ οι αντλίες θερμότητας και τα σύγχρονα συστήματα ψύξης-θέρμανσης προσφέρουν υψηλή ενεργειακή απόδοση με χαμηλότερη κατανάλωση.

Τα οφέλη είναι σαφή: εξοικονόμηση χρημάτων, προστασία από τις διακυμάνσεις της αγοράς ενέργειας, αύξηση της αξίας των ακινήτων και μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ειδικά, η μείωση του ενεργειακού κόστους μπορεί να καθορίσει την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητά τους.

Παρά τα παραπάνω, η πολιτεία εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως επιταχυντής. Η γραφειοκρατία παραμένει ασφυκτική, με πολύπλοκες διαδικασίες και αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων. Ο ΔΕΔΔΗΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις νέων φωτοβολταϊκών και στην ενεργοποίηση παροχών είναι υπερβολικές. Ενώ δεν έχουν γίνει οι επενδύσεις για αύξηση της χωρητικότητας των κορεσμένων ηλεκτρικών δικτύων και της αποθήκευσης ενέργειας. Αντίστοιχα, το ΥΠΕΝ δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα πλήρες, ευέλικτο και λειτουργικό πλαίσιο που να διευκολύνει την μαζική εξάπλωση των ΑΠΕ.

Τα προγράμματα επιδότησης, αν και καλοδεχούμενα, αποδεικνύονται ανεπαρκή. Οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι και αφορούν μικρό αριθμό δικαιούχων, ενώ οι διαδικασίες ένταξης χαρακτηρίζονται από υπερβολική γραφειοκρατία. Πολλοί πολίτες αποθαρρύνονται πριν καν ολοκληρώσουν την αίτηση. Επιπλέον, η απουσία δυνατών φορολογικών κινήτρων περιορίζει τη δυναμική της αγοράς. Δεν υπάρχει ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο εφαρμόσιμο πλαίσιο που να δίνει σιγουριά στους επενδυτές και ιδιοκτήτες, μικρούς και μεγάλους. Παράλληλα, τα προγράμματα ευνοϊκών δανείων παραμένουν υποτονικά, με τις τράπεζες να μην τα προωθούν ενεργά και τους όρους να μην είναι πάντα ελκυστικοί.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, απαιτείται μια τολμηρή και ολοκληρωμένη παρέμβαση: η δημιουργία ενός νέου εθνικού προγράμματος «πλέγματος» για τις ΑΠΕ και την ενεργειακή αναβάθμιση. Ένα πρόγραμμα που θα συνδυάζει χρηματοδότηση, φορολογικά κίνητρα, απλοποιημένες διαδικασίες και ψηφιακή διαχείριση, στα πρότυπα των σύγχρονων υπηρεσιών τύπου gov. Στόχος του προγράμματος θα πρέπει να είναι ο διπλασιασμός των εγκαταστάσεων ΑΠΕ και η μαζική ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσα στα επόμενα τέσσερα έτη. Με βάση έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό που θα αφορά περίπου 500.000 κατοικίες, μπορεί να γίνει μια ενδεικτική εκτίμηση προϋπολογισμού. Εάν υπολογίσουμε ένα μέσο κόστος επένδυσης ανά κατοικία της τάξης των 8.000 έως 15.000 ευρώ – που περιλαμβάνει βασικές παρεμβάσεις όπως φωτοβολταϊκά, ηλιακό θερμοσίφωνα και ενεργειακή αναβάθμιση – τότε το συνολικό επενδυτικό μέγεθος κυμαίνεται μεταξύ 4 και 6 δισ. ευρώ. Με ένα μεικτό μοντέλο επιδοτήσεων (30%–50%), φορολογικών κινήτρων και δανείων, η άμεση κρατική συμμετοχή μπορεί να περιοριστεί στα 2 έως 3 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας.

Ταυτόχρονα, απαιτείται μια στρατηγική ανακατεύθυνση: φτάνει πλέον η μονομερής επέκταση φωτοβολταϊκών σε αγροτικές εκτάσεις. Η επόμενη φάση πρέπει να δώσει προτεραιότητα στις στέγες και στον αστικό χώρο. Υπάρχουν εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα ανεκμετάλλευτων επιφανειών που μπορούν να αξιοποιηθούν: στέγες κατοικιών και επιχειρήσεων, χώροι υπαίθριας στάθμευσης με στέγαστρα, δημόσια κτίρια, σχολεία, νοσοκομεία, γήπεδα, ακόμη και υποδομές όπως πυλώνες φωτισμού και σκίαστρα.Η αξιοποίηση αυτών των επιφανειών μπορεί να αυξήσει θεαματικά την παραγωγή ενέργειας χωρίς επιβάρυνση γης, ενισχύοντας παράλληλα την αποκεντρωμένη παραγωγή και την ενεργειακή αυτονομία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παράλληλη ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων, που αποτελούν ίσως την πιο δημοκρατική και μαζική μορφή επέκτασης των ΑΠΕ. Μέσα από συλλογικά σχήματα πολιτών, δήμων και επιχειρήσεων, μπορούν να υλοποιηθούν έργα παραγωγής ενέργειας με άμεσο όφελος για τις τοπικές κοινωνίες. Ωστόσο, το υφιστάμενο πλαίσιο παραμένει πολύπλοκο και αποτρεπτικό. Η πολιτεία οφείλει να απλοποιήσει δραστικά τις διαδικασίες, να εξασφαλίσει πρόσβαση στο κορεσμένο δίκτυο και να δημιουργήσει ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε οι ενεργειακές κοινότητες να γίνουν πραγματικά εφαρμόσιμες σε μεγάλη κλίμακα – από δήμους, επαγγελματικούς φορείς και ομάδες πολιτών.

Ωστόσο, για να καταστεί αυτό εφικτό, είναι απαραίτητη η άμεση αναβάθμιση των δικτύων. Ο ΔΕΔΔΗΕ πρέπει να ενισχυθεί σε υποδομές, καλύτερα ψηφιακά συστήματα και ανθρώπινο δυναμικό ώστε να μπορεί να απορροφήσει τη νέα παραγόμενη ενέργεια χωρίς καθυστερήσεις και περιορισμούς. Παράλληλα, απαιτούνται ισχυρότερα χρηματοδοτικά εργαλεία και νέα φορολογικά κίνητρα: δυνατότητα έκπτωσης δαπανών ενεργειακής αναβάθμισης από τον ΕΝΦΙΑ, μείωση του ΦΠΑ σε ενεργειακές παρεμβάσεις και εξοπλισμό, καθώς και σταθερό πλαίσιο ενίσχυσης για πολίτες και επιχειρήσεις.

Η αποδοτική πραγματική ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές πολιτικές. Χρειάζεται σχέδιο, ταχύτητα και πολιτική βούληση. Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις να πρωταγωνιστήσει – αρκεί να άρει τα εμπόδια που η ίδια έχει δημιουργήσει. Η ενεργειακή αυτονομία των πολιτών δεν είναι πολυτέλεια. Είναι εθνική προτεραιότητα.

 

Μοιραστείτε το: