Ανάπτυξη χωρίς παραγωγικά θεμέλια: Μια οικονομία με πήλινα πόδια
Του Μάνου Κρανίδη*
*Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO Τεχνική Εταιρεία «KRAMA PROPERTY»,Γραμματέας Ενημέρωσης μέλος ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, Πρόεδρος ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικός Σύμβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
Η ελληνική οικονομία καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αύξηση των επενδύσεων και βελτίωση βασικών δημοσιονομικών δεικτών. Πρόκειται για σημαντικές εξελίξεις, που δεν πρέπει να υποτιμώνται. Ωστόσο, πίσω από τους θετικούς αριθμούς παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο βιώσιμη είναι μια ανάπτυξη που δεν στηρίζεται επαρκώς στην παραγωγή και δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική αύξηση του πραγματικού εισοδήματος;
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η οικονομική μεγέθυνση, επομένως, δεν αρκεί να αποτυπώνεται στους εθνικούς λογαριασμούς. Πρέπει να γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα είναι η περιορισμένη παραγωγική βάση. Ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ενέργειας, μικρό κλήρο, ανεπαρκείς υποδομές και δυσκολίες στην οργάνωση της παραγωγής. Ο δευτερογενής τομέας, η μεταποίηση και η βιομηχανία χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις, τεχνολογία, εξειδικευμένο προσωπικό και εξαγωγικό προσανατολισμό. Αντίθετα, σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας εξακολουθεί να συνδέεται με την κατανάλωση, τον τουρισμό, τις υπηρεσίες και την αγορά ακινήτων. Πρόκειται για σημαντικούς κλάδους, οι οποίοι όμως δεν μπορούν μόνοι τους να εξασφαλίσουν παραγωγική διαφοροποίηση και ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ανάγκη πραγματικής αποκέντρωσης. Η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού, επιχειρήσεων και επενδύσεων στην Αττική επιβαρύνει τις υποδομές, αυξάνει το κόστος κατοικίας και αποδυναμώνει την περιφέρεια. Χωρίς παραγωγικές επενδύσεις, σύγχρονες μεταφορές και ποιοτικές θέσεις εργασίας εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, η περιφερειακή ανάπτυξη θα παραμένει περισσότερο εξαγγελία παρά πραγματικότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει πλέον και το στεγαστικό πρόβλημα, που αποτελεί όχι μόνο κοινωνική αλλά και οικονομική πρόκληση. Τα υψηλά ενοίκια και οι τιμές κατοικιών απορροφούν σημαντικό μέρος των εισοδημάτων, περιορίζουν την κατανάλωση και δυσκολεύουν την κινητικότητα των εργαζομένων. Απαιτείται ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών, αξιοποίηση κενών και δημόσιων ακινήτων, προγράμματα ανακαίνισης και ανάπτυξη προσιτής κατοικίας.
Παράλληλα, χρειάζεται ουσιαστική αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και μείωση της έμμεσης φορολογίας, ιδιαίτερα σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η αποκλιμάκωσή τους, με στοχευμένες παρεμβάσεις και έλεγχο της μετακύλισης των μειώσεων στις τελικές τιμές, μπορεί να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη.
Ένα κράτος που δεν λειτουργεί επαρκώς ως αρωγός της καθημερινότητας του πολίτη, με ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, αποτελεσματικές υποδομές και ουσιαστική κοινωνική προστασία, οφείλει τουλάχιστον να περιορίζει τη φορολογική επιβάρυνση των βασικών αναγκών του. Δεν μπορεί ο πολίτης να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υψηλή φορολογία και αυξημένες ιδιωτικές δαπάνες για υπηρεσίες που θα έπρεπε να παρέχονται αποτελεσματικότερα.
Τέλος, η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ είναι θετική, αλλά το απόλυτο ύψος του παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Η δημοσιονομική βελτίωση δεν υποκαθιστά την ανάγκη για ισχυρότερη παραγωγή και διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων.
Η χώρα χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο παραγωγικό και κοινωνικό σχέδιο: ενίσχυση πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, αποκέντρωση, περισσότερες προσιτές κατοικίες, μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων και αύξηση της παραγωγικότητας.
Η πραγματική ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από το πόσο αυξάνεται το ΑΕΠ, αλλά από το τι παράγουμε, πού παράγουμε και πόσο βελτιώνεται η ζωή των πολιτών.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να οικοδομούμε μια οικονομία με θετικούς δείκτες, αλλά με πήλινα παραγωγικά θεμέλια και σχετική φτωχοποίηση και πτώση του επιπέδου ποιότητας ζωής για τους πολλούς.