Ακριβή στέγη σημαίνει ακριβότερη ζωή και ανάγκη για υψηλότερους μισθούς
Του Μάνου Κρανίδη*
*Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO Τεχνική Εταιρεία «KRAMA PROPERTY»,Γραμματέας Ενημέρωσης μέλος ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, Πρόεδρος ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικός Σύμβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
Η συνεχιζόμενη άνοδος των μισθωμάτων κατοικίας δεν αποτελεί πλέον μόνο στεγαστικό ή κοινωνικό πρόβλημα. Αποτελεί ένα ευρύτερο οικονομικό ζήτημα, που επηρεάζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση, την αγορά εργασίας και τελικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Όσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος κατοικίας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αναπόφευκτα και η ανάγκη για υψηλότερες αποδοχές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι μόλις 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το 28,9% του πληθυσμού βρίσκεται σε συνθήκες στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης, διαθέτοντας τουλάχιστον 40% του εισοδήματός του για το κόστος κατοικίας.
Για έναν εργαζόμενο που πριν από μερικά χρόνια πλήρωνε 500 ευρώ ενοίκιο και σήμερα χρειάζεται 650 ή 700 ευρώ για αντίστοιχη κατοικία, η διαφορά των 150-200 ευρώ λειτουργεί ουσιαστικά ως έμμεση μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματός του. Και η στέγη, σε αντίθεση με άλλες καταναλωτικές δαπάνες, δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί.
Δημιουργείται έτσι μια αλυσίδα επιπτώσεων. Περισσότερο εισόδημα κατευθύνεται στη στέγη, λιγότερο στην κατανάλωση και ο εργαζόμενος εύλογα χρειάζεται μεγαλύτερες αποδοχές για να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο. Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σταδιακά και σε πρόβλημα της αγοράς εργασίας και της οικονομίας.
Ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλά μισθώματα, επιχειρήσεις δυσκολεύονται ήδη να προσελκύσουν εργαζομένους. Όταν κάποιος δεν μπορεί οικονομικά να κατοικήσει κοντά στον τόπο εργασίας του, θα αναζητήσει μεγαλύτερο μισθό, διαφορετική εργασία ή ακόμη και διαφορετική περιοχή κατοικίας.
Επομένως, είναι αναγκαία η ουσιαστική αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων. Όμως η μισθολογική πολιτική δεν μπορεί να υποκαθιστά τη στεγαστική πολιτική. Εάν κάθε αύξηση των αποδοχών απορροφάται σε μεγάλο βαθμό από το ενοίκιο, η πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου παραμένει περιορισμένη.
Χρειάζονται παράλληλα νέες λύσεις και από την πλευρά της εργασίας. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να θεσπιστούν φορολογικά και ασφαλιστικά κίνητρα προς τις επιχειρήσεις για χορήγηση επιδόματος στέγασης στους εργαζομένους, ιδιαίτερα όταν απαιτείται μετακίνησή τους σε περιοχές με υψηλό κόστος κατοικίας. Ένα τέτοιο επίδομα, μέσα σε σαφές θεσμικό πλαίσιο, θα μπορούσε να αποτελεί πρόσθετη εταιρική παροχή χωρίς να επιβαρύνεται φορολογικά όπως μια απλή μισθολογική αύξηση.
Αυτό όμως είναι συμπληρωματικό μέτρο. Η πραγματική λύση βρίσκεται στην αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας: επιστροφή κενών ακινήτων στη μακροχρόνια μίσθωση, κίνητρα ανακαίνισης, νέα παραγωγή κατοικιών, αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας και ανάπτυξη πραγματικής κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Χρειάζεται ένας νέος τομέας κατοικιών με λογικά μισθώματα για εργαζομένους, νέα ζευγάρια και οικογένειες, μέσω δημόσιων επενδύσεων αλλά και συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα.
Η στεγαστική πολιτική είναι τελικά και οικονομική και εισοδηματική πολιτική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιδιώκει σύγκλιση των εισοδημάτων με την Ευρώπη όταν ταυτόχρονα έχει τη μεγαλύτερη αναλογικά επιβάρυνση από το κόστος στέγασης.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ταυτόχρονα υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα και χαμηλότερη στεγαστική επιβάρυνση και μια ολοκληρωμένη ουσιαστική στεγαστική πολιτική. Γιατί η στέγη διαπερνά εγκάρσια και δομικά την κοινωνιά και οικονομία.