Κενά ακίνητα, προκλήσεις και οδηγός για την αξιοποίηση τους
Του Μάνου Κρανίδη*
*Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO «KRAMA PROPERTY»,Γραμματέας Ενημέρωσης ΠΟΜΙΔΑ,
Δημοτικός Σύμβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
Η ελληνική αγορά ακινήτων βρίσκεται σε τροχιά εντυπωσιακής ανόδου. Οι τιμές αγοράς και μίσθωσης, ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αυξάνονται με ρυθμούς που δυσκολεύουν νοικοκυριά και νέους επαγγελματίες. Παράλληλα, η ζήτηση για κατοικίες έως 120 τ.μ. υπερβαίνει σημαντικά την προσφορά κατάλληλων κατοικιών, δημιουργώντας πιεστικές συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης στην εύρεση στέγης. Μέσα σε αυτό το σκηνικό αναδεικνύεται ένα παράδοξο: δεκάδες χιλιάδες κατοικίες παραμένουν κενές. Μόνο στην Αττική καταγράφονται περίπου 500.000 κενές κατοικίες, αριθμός που ξεπερνά το 1 εκατομμύριο πανελλαδικά. Γιατί, λοιπόν, σε μια περίοδο που η στέγη γίνεται είδος πολυτελείας, ένα τόσο μεγάλο απόθεμα παραμένει ανενεργό;
Οι λόγοι πίσω από την αδράνεια
Η απάντηση βρίσκεται σε μια τριάδα παραγόντων:
- Ηλικία και κόστος: Η πλειονότητα των ακινήτων ξεπερνά την τριακονταετία. Απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις για ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση, τις οποίες οι ιδιοκτήτες αδυνατούν να καλύψουν.
- Δημόσια και θεσμικά ακίνητα: Χιλιάδες ακίνητα ανήκουν στο Δημόσιο, σε οργανισμούς, τράπεζες ή funds, που προτιμούν να τα διατηρούν κλειστά αντί να εμπλακούν σε μακροπρόθεσμες διαδικασίες αξιοποίησης.
- Αναντιστοιχία με τη ζήτηση: Δεν βρίσκονται όλα τα κενά ακίνητα εκεί όπου υπάρχει έντονη στεγαστική πίεση. Έτσι, ενώ στην περιφέρεια υπάρχουν διαθέσιμες κατοικίες, στην Αττική και τα μεγάλα αστικά κέντρα η ζήτηση εκτοξεύεται.
Η Ελλάδα είναι από τις χώρες της Ευρώπης με υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης αν και έχει πέσει κάτω του 70% σήμερα. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ό,τι ανεβαίνει η ζήτηση για μισθώσεις κατοικιών. Στην πράξη, όμως, η φορολογική επιβάρυνση των ακινήτων (με περισσότερους από 40 διαφορετικούς φόρους και τέλη σε όλη τη διάρκεια ζωής τους), η οικονομική κρίση και η απουσία διαρκούς στεγαστικής πολιτικής και ειδικά αξιοποίησης δημοσίων ακινήτων ή κοινωνικής κατοικίας, οδήγησαν σε στασιμότητα και σε στεγαστικό ζήτημα. Η οικονομική κρίση του 2010-2018 πάγωσε τις επενδύσεις σε νέες κατοικίες, ενώ η έκρηξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης τα τελευταία χρόνια απέσυρε χιλιάδες ακίνητα από τη μακροχρόνια αγορά ειδικά σε τουριστικούς προορισμούς. Έτσι, η πίεση στη στέγη οξύνθηκε και οι τιμές μίσθωσης και πώλησης κατοικιών εκτοξεύθηκαν.Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που βρέθηκε αντιμέτωπη με κενά ακίνητα και στεγαστική κρίση. Ας δούμε που βρίσονται ορισμένες ενδεικτικές ευρωπαικές χώρες σύμφωνα με ειδησεογραφία.
- Ισπανία: Μετά το «σκάσιμο» της φούσκας το 2008, η χώρα βρέθηκε με εκατοντάδες χιλιάδες απούλητες κατοικίες. Η κυβέρνηση εισήγαγε κίνητρα για ενοικίαση, ενώ οι δήμοι απέκτησαν το δικαίωμα να αξιοποιούν κενά ακίνητα για κοινωνική στέγη. Το μέτρο μείωσε τις πιέσεις, αν και ορισμένες περιοχές παραμένουν υπερκορεσμένες.
- Ιταλία: Μέσω των προγραμμάτων «Bonus Ristrutturazione» και «Superbonus 110%», το κράτος επιδοτούσε μέχρι και το 100% των δαπανών για ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις. Το πρόγραμμα, παρά τα προβλήματα εφαρμογής, αναζωογόνησε την αγορά και μείωσε τον αριθμό κενών ακινήτων.
- Πορτογαλία: Αντιμέτωπη με την εκτόξευση των ενοικίων λόγω AirBnB, η κυβέρνηση περιόρισε τις νέες άδειες βραχυχρόνιας μίσθωσης και προσέφερε φοροαπαλλαγές σε όσους επέστρεφαν ακίνητα στη μακροχρόνια αγορά.
- Γερμανία: Η χώρα έχει μακρά παράδοση κοινωνικής κατοικίας. Χιλιάδες κενά δημόσια ακίνητα αξιοποιήθηκαν για ενοικίαση με ελεγχόμενο μίσθωμα. Σήμερα, περίπου το 40% των κατοικιών στο Βερολίνο ανήκει σε δημόσιους ή συνεταιριστικούς φορείς.
- Ολλανδία: Υιοθέτησε μοντέλο συνεργασίας δημοσίου και ιδιωτών. Ο δήμος παραχωρεί γη ή κτίρια, οι ιδιώτες αναλαμβάνουν την ανακαίνιση και, με αντάλλαγμα, δεσμεύονται να τα διαθέσουν ως κοινωνική στέγη για 20-30 χρόνια.
Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η λύση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτείται ολοκληρωμένο σχέδιο, θεσμική στήριξη και οικονομικά εργαλεία. Μια σημαντική διαφορά είναι ό,τι πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν κοινωνική κατοικία ενώ η Ελλάδα είναι στο μηδέν.
Η αξιοποίηση των κενών ακινήτων πρέπει να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα.
Ενδεικτικά μέτρα μιας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής είναι:
- Κίνητρα ανακαίνισης: Σταθερά και γενναιόδωρα προγράμματα επιδότησης για ενεργειακή και λειτουργική αναβάθμιση. Όχι αποσπασματικά μέτρα με περιορισμούς, αλλά πολιτικές που θα αγκαλιάσουν μαζικά τους ιδιοκτήτες.
- Φορολογικά κίνητρα: Μείωση του φορολογικού βάρους για όσους εισάγουν ακίνητα στη μακροχρόνια μίσθωση. Ένα απλό, δίκαιο και σταθερό σύστημα θα λειτουργήσει ως κίνητρο.
- Προστασία ιδιοκτητών: Θέσπιση αποτελεσματικών διαδικασιών απέναντι σε κακοπληρωτές, ώστε να περιοριστεί η ανασφάλεια. Παράλληλα, θετικά μέτρα για συνεπείς ενοικιαστές, όπως φορολογικές εκπτώσεις.
- Δημόσια ακίνητα: Χιλιάδες κτίρια του Δημοσίου μένουν ανενεργά. Αντί για λίγα μεγάλα έργα, απαιτείται ένας μηχανισμός μαζικής αξιοποίησης με κοινωνικό πρόσημο, ώστε να διατεθούν άμεσα σε ευάλωτες ομάδες.
- Συμπράξεις με ΟΤΑ και ιδιώτες: Οι Δήμοι μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο, αξιοποιώντας κενά ακίνητα με συνεργασίες που θα εξασφαλίζουν κοινωνικό όφελος αλλά και βιωσιμότητα.
Όλα τα ανωτέρω στοιχεία οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ό,τι σήμερα είναι η μεγάλη ευκαιρία για αξιοποίηση των κενών κατοικιών και δεν υπάρχει σημαντικό επιχείρημα να διατηρούνται κενές και απαξιωμένες. Όποιος διαθέτει ένα κενό ακίνητο, τώρα είναι η ευκαιρία διάθεσης του. Ας δούμε ορισμένες πρακτικές ενέργειες για κενά ακίνητα που δεν έχουν ιδιοκτησιακά ζητήματα.
- Εκτίμηση κατασκευαστικής κατάστασης. Υλοποίηση πρώτων ενεργειών μικρής αναβάθμισης.
- Εκτίμηση για υπαγωγή σε κίνητρα ανακαίνισης, και απαλλαγή φόροθ μισθωμάτων. Κρίσιμη παράμετρος επιφάνεια κάτω των 100 τ.μ. και να είναι το ακίνητο δηλωμένο 3 έτη κενό.
- Εκτίμηση και επιλογή ενός λογικού εύρους μίσθωσης κατοικίας με σκοπό την συμφωνία με ένα αξιόπιστο μισθωτή
- Προώθηση ακινήτου μέσω αγγελιών, μεσιτικών γραφείων, προσωπικού δικτύου
- Συμφωνία μίσθωσης με αξιόπιστο μισθωτή και βιωσιμο μίσθωμα ώστε να καταβάλλεται.
Συμπερασματικά, η κρίση στέγης δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, είναι διεθνές με βάθος και δομικό, αλλά μια πραγματικότητα που επηρεάζει την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα λόγω ειδικών συνθηκών έχει μεγαλύτερο ζήτημα και κυρίως λόγω πλήρους έλλειψης κοινωνικής κατοικίας, και πολλά κενά ακίνητα ειδικά στους θεσμικούς φορείς, δημόσιο, τράπεζες, funds και ιδρύματα. Η αξιοποίηση των κενών ακινήτων μπορεί να αποτελέσει το «κλειδί» για την εξισορρόπηση της αγοράς και την ανακούφιση των πολιτών. Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι οι λύσεις υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι ένα συνεκτικό σχέδιο, πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα να ξεπεραστεί η αδράνεια δεκαετιών. Οι κενές κατοικίες δεν είναι απλώς τούβλα και τσιμέντο. Είναι ανεκμετάλλευτος κοινωνικός και οικονομικός πλούτος, που μπορεί –και πρέπει– να επιστρέψει στην κοινωνία. Ενώ η κοινωνική κατοικία ένα λογικό ζητούμενο που αγνοείται όπως και η κοινωνική πλευρά τους κράτους.